English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic

ο

Προσαρμοσμένη αναζήτηση

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Κλασικά Film που 'Εμειναν Αξέχαστα

www.tips-fb.com

Ο ΝΟΝΟΣ - Ο ΝΟΝΟΣ 2 - Ο ΝΟΝΟΣ 3





Η ταινία αρχίζει το 1945, στο σπίτι της φαμίλιας των Κορλεόνε, μιας Ιταλό-αμερικανικής οικογένειας μαφιόζων της Νέας Υόρκης. Ο Δον Βίτο Αντολίνι Κορλεόνε, ο αρχηγός της φαμίλιας, γνωστός και ως «Ο Νονός», παντρεύει το μικρότερο του παιδί, την κόρη του Κόνι (Τάλια Σάιρ). Μέσα από το γάμο φαίνονται όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και σκιαγραφείται ο χαρακτήρας τους. Ο Σαντίνο ή Σάνι (Τζέιμς Κάαν) είναι ο πρωτότοκος γιος του Βίτο, ικανός, αλλά οξύθυμος και παθιασμένος, προορίζεται για διάδοχος του πατέρα του. Ο δευτερότοκος του Δον Βίτο, Φρέντο (Τζον Καζάλ) είναι ένα καλοκάγαθο, αλλά όχι έξυπνο και ικανό άτομο. Ο τριτότοκος γιος του Δον Βίτο, ο Μάικλ (Αλ Πατσίνο) είναι ένας ιδεαλιστής και έξυπνος νέος, που κατατάχθηκε εθελοντικά στους πεζοναύτες στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά την άντίδραση της οικογένειας του, και διακρίθηκε για την γενναιότητα του. Έχει μόλις αποστρατευτεί και σχεδιάζει να τελειώσει τις σπουδές του. Ονειρεύεται μια κανονική και νόμιμη ζωή παρά τις φιλοδοξίες του πατέρα του για πολιτική καριέρα. Στα απώτερα σχέδια του είναι να παντρευτεί τον κορίτσι του, Κέι Άνταμς (Νταϊάν Κίτον). Είναι το αγαπημένο παιδί του Βίτο. Μέλος της οικογένειας είναι ο Τομ Χέιγκεν (Ρόμπερτ Ντυβάλ), τον οποίο βρήκε μικρό και ορφανό στον δρόμο ο Σάνι, και ο Βίτο τον υιοθέτησε. Έμπειρος δικηγόρος, κρατά την θέση του Κονσιλιέρε («συμβούλου») του Δον, επειδή δεν είναι Σικελός και δεν δικαιούται να ανέβει στην ιεραρχία.

Η κυριαρχία της φαμίλιας των Κορλεόνε αμφισβητείται, όταν ο Δον Βίτο απορρίπτει την πρόταση του εμπόρου ναρκωτικών Βίρτζιλ Σολότσο να τον στηρίξει στην διανομή τους με ανταλλάγματα. Οι άλλες 4 από τις Πέντε Φαμίλιες που ελέγχουν την μαφία στην Ν. Υόρκη, επειδή θέλουν να μπουν στο εμπόριο ναρκωτικων, συμμαχούν εναντίον των Κορλεόνε και πραγματοποιούν απόπειρα δολοφονίας εναντίον του Βίτο, που όμως επιζεί. Φοβούμενος για την ζωή του πατέρα του, και μετά από ένα επεισόδιο με τον διεφθαρμένο από τον Σολότσο αστυνόμο Μακλάσκy (Στέρλινγκ Χέιντεν), ο Μάικλ παίρνει την πρωτοβουλία από τα άλλα διστακτικά μέλη της φαμίλιας και δολοφονεί τον Σολότσο μαζί με τον Μακλάσκυ, σπάζοντας την υπόσχεση του πως δεν ακολουθήσει το μονοπάτι της οικογένειας του. Αναγκάζεται να καταφύγει στο Κορλεόνε της Σικελίας, τη γενέτειρα του πατέρα του, για να προστατευθεί από τα αντίποινα. Εκεί γνωρίζει την πανέμορφη Απολλώνια, την κόρη ενός ταβερνιάρη, και ξεχνώντας την Κέι, την παντρεύεται.

Στην Αμερική, ο ικανός αλλά κυριαρχημένος από το πάθος του Σάνι αναλαμβάνει την αρχηγία της οικογένειας, ώσπου να γιατρευτεί ο πατέρας του. Οι άλλες φαμίλιες δωροδοκούν τον άντρα της Κόνι, Κάρλο, που την χτυπά συνέχεια. Όταν το μαθαίνει ο Σάνι, τρέχει βιαστικά στο σπίτι της, πέφτει σε ενέδρα των υπόλοιπων μαφιόζων και δολοφονείται. Αναλαμβάνοντας ξανά την ηγεσία της φαμίλιας ο Δον Βίτο έρχεται σε συμφωνία με τις υπόλοιπες φαμίλιες για να σταματήσει το ξεκαθάρισμα λογαριασμών, και για να φέρει πίσω στις ΗΠΑ τον Μάικλ.

Ο Μάικλ στη Σικελία ανακαλύπτεται από τους εχθρούς του, που δωροδοκούν τον έμπιστο του σωματοφύλακα. Εκείνος βάζει βόμβα στο αυτοκίνητο του Μάικλ, αλλά το οδηγεί η Απολλώνια πριν από τον άντρα της, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί εκείνη. Ο Μάικλ επιστρέφει στις ΗΠΑ γεμάτος πόθο για εκδίκηση των φονιάδων του αδελφού και της συζύγου του και μετατρέπεται σε αδίστακτο διάδοχο του Δον Βίτο, ο οποίος τον συμβουλεύει συνεχώς. Γυρίζει στην Κέι και της κάνει πρόταση γάμου την οποία εκείνη δέχεται.

Ο Δον Βίτο πεθαίνει, και ο Μάικλ γίνεται επίσημα διάδοχος του. Για να ενισχύσει την καινούργια του εξουσία, την μέρα που γίνεται νονός του γιου της Κόνι, γίνεται ο νέος νονός και μεταφορικά, οργανώνοντας την δολοφονία όλων των αρχηγών των 5 Φαμιλιών της μαφίας και μένει αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος. Την ίδια μέρα δολοφονεί και τον Κάρλο για να εκδικηθεί τον θάνατο του αδελφού του.

Στο τέλος, ενώ η Φαμίλια ετοιμάζεται να μετακομίσει στο Λας Βέγκας, έρχεται οργισμένη η Κόνι και κατηγορεί τον αδελφό της για την δολοφονία του άντρα της, κατηγορία που αρνείται μπροστά της και μπροστά στην σύζυγο του. Η Κέι τον πιστεύει, αλλά όταν βγαίνει απ’ το γραφείο του Μάικλ βλέπει όλα τα πρωτοπαλίκαρα του Δον Βίτο, να του φιλούν το χέρι και να τον αποκαλούν «Δον Κορλεόνε», αναγνωρίζοντας τον ως διάδοχο του Βίτο και νέο «Νονό».



O Νονός



Έργα και ημέρες των Κορλεόνε, μιας μεγάλης οικογένειας της μαφίας, ο πατριάρχης της οποίας, ο Δον Βίτο, αντιτίθεται στην ανάμειξη της φαμίλιας του με τα ναρκωτικά και έρχεται σε σύγκρουση με τους Σολότσο, που αποπειρώνται να τον βγάλουν από τη μέση.

* ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:
o Φράνσις Φορντ Κόπολα
* ΠΑΙΖΟΥΝ:
o Αλ Πατσίνο,
o Ρόμπερτ Ντιβάλ,
o Νταϊάν Κίτον,
o Μάρλον Μπράντο




Το γεράκι της Μάλτας (The Maltese Falcon) (1941)
Είδος: Film Noir
· Παραγωγής: 1941
· Πρεμιέρα στην Ελλάδα: 21 Σεπτεμβρίου 1946



Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φιλανθρωπία από αυτήν που προτείνουν οι αστυνομικές ταινίες. Μπορεί σε πρώτο επίπεδο να βασιλεύει η μισανθρωπία, αλλά ο γνήσιος ουμανισμός δε θα πρέπει να εξυψώνει την ανθρώπινη φύση, αλλά να δίνει ένα μπούσουλα για την κατανόησή του. Κι ίσως γι’ αυτό δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε την πλοκή της ταινίας, που με τη σειρά της αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Dashiell Hammett. Λίγο πολύ, η ιστορία είναι γνώριμη. Νέα, ωραία, αδέσμευτη μαντμουαζέλ μπαίνει στο γραφείο δύο ιδιωτικών ντετέκτιβ που προθυμοποιούνται να αναλάβουν την υπόθεσή της. Την επόμενη μέρα ο ένας θα είναι στο χώμα και ο άλλος θα προσπαθεί να αποφύγει τη φυλακή. Και ο μίτος ξετυλίγεται. Περισσότερο αξίζει να κάνουμε κοντινό στους ήρωές της.

Το πρωτότυπο trailer της εποχής παρουσιάζει το Sydney Greenstreet σε μαύρο φόντο, να προσκαλεί την κάμερα να πλησιάσει: «Ελάτε πιο κοντά...ελάτε πιο κοντά. Έχω να σας αφηγηθώ μια φανταστική ιστορία. Μια ιστορία για το γεράκι της Μάλτας». Η κάμερα αργά αργά ζουμάρει, ψάχνοντας το απόλυτο κοντινό, το κάδρο όπου θα κυριαρχήσει η φιγούρα του γερακιού. Αμήχανη, στρέφεται τελικά στο πλατύ πρόσωπο του πρωταγωνιστή της ταινίας. Κίνηση απρόβλεπτη όσο κι αναμενόμενη. Κι αυτό, γιατί αυτό το όρνιο θα μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου ως ο ορισμός του Mc Guffin: ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η πλοκή, αλλά δεν είναι τίποτε άλλο περά ένα έυρημα, μια σύλληψη που έχει αξία περισσότερο δραματουργική παρά συμβολική. Παρενθετικά, όταν ο ίδιος o ‘νονός’ Hitchcock ρωτήθηκε για τον ορισμό του από τον Truffaut στις κουβέντες που έκαναν το 1966, απάντησε πως αυτός έλκει την καταγωγή του από την ιστορία δυο Σκωτσέζων που ταξιδεύουν με τρένο. Ο Μεν ρωτά το Δε για το περιεχόμενο του πακέτου που έχει στα πόδια του. Ο Δε απαντά στο Μεν πως πρόκειται για το περί ού ο λόγος...Το Mc Guffin, λέει, είναι μια παγίδα για τα λιοντάρια που ζουν στα Σκοτσέζικα Χάιλαντς. Έκπληκτος ο Μεν αναφωνεί πως δεν υπάρχουν λιοντάρια! Και ο Δε, φυσικά, του απαντάει πως αυτό είναι το Mc Guffin…. Παράλογο; Όχι ακριβώς, αν σκεφτούμε πως αυτή η ερμηνεία αποθεώνει τις ικανότητες του ανθρώπινης σκέψης και την ανάγκη του να ορίζεις την ύπαρξη κάποιου μέσα από την ιστορία του.

Αν ο ήρωας γυρεύει το Falcon Maltese, σαν ένας άλλος Κόρτο Μαλτέζε που γυρεύει την Πανδώρα του, αυτό συμβαίνει γιατί συνειδητοποιεί ως αυτό είναι φτιαγμένο από «το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο τα όνειρα»- από αέρα κοπανιστό. Αν οι λοιποί ήρωες περιστρέφονται γύρω από αυτό τον άξονα σαν δορυφόροι, είναι γιατί προσπαθούν να εξαργυρώσουν τη ματαιοδοξία τους, κι επειδή αδυνατούν να ‘υλοποιήσουν’ την απληστία τους, ξεφεύγουν από την τροχιά τους. Και αυτή η διάσταση είναι η ‘βενζίνη’ της ταινίας. Η πόλωση μεταξύ αυτού που ξέρουν οι ήρωες, αυτού που θέλουν, αυτών που λένε, και τελικά αυτών που κάνουν- αυτών που έχουν υλική υπόσταση. Η δράση σε φιλμικό χρόνο είναι ελάχιστη, αν σκεφτούμε πόσα πράγματα μένουν εκτός κάδρου. Κάθε ήρωας κουβαλά μια ιστορία που αφηγείται λέξη προς λέξη μέσα στην ταινία (χώρια ο θρύλος του Γερακιού). Κι όμως, η πλοκή της ταινίας ακολουθεί μια ξεχωριστή γραμμικότητα. Τα μεσαία πλάνα που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο Χιούστον, και μάλιστα από χαμηλή γωνία λήψης, ενισχύουν αυτή την πόλωση. Πλάνο προς πλάνο, κυρίαρχούν οι ανθρώπινες φιγούρες, έτσι όπως περιφέρονται σε κενούς χώρους, χωρίς απαραίτητα να δρουν, χωρίς να αγγίζουν ή να κάνουν κάτι. Απλώς και μόνο περιφέρουν το ειδικό βάρος τους, αυτό που προκύπτει από τις ιστορίες που, έτσι κι αλλιώς, δεν πιάνονται από πουθενά.

Βέβαια, αν και μιλάμε σε πληθυντικό, για ανθρώπινες ‘φιγούρες’, μεταξύ μας, εννοούμε την εξής μία: Αυτή του Bogie, του οποίου η ερμηνεία ορίζει το φιλμ ως γεγονός. Του αφήνει στίγμα του ανεπανάληπτου. Το λεκέ της ψευδαίσθησης, του μύθου του larger than life. Με αυτή του την πληθωρικότητα που ξεχειλίζει απ’ το κάδρο, ο ηθοποιός μας, ως μοντέλο ζωής, σωματοποιεί σε λεπτομέρειες όλο τον κυνισμό ενός ρομαντικού ήρωα που στρέφεται εναντίον όλων για να βρει την ουσία που μάλλον δε συναντά καμιά υλική μορφή έκφρασης: Έτσι όπως στρίβει το τσιγάρο του, όπως αποκαλύπτει για κλάσματα μόνο δευτερολέπτου μια φωτεινή οδοντοστοιχία που στην επόμενη στιγμή θα έχει γίνει καπνός (κυριολεκτικά), έτσι όπως ανασηκώνει το καπέλο του, όπως αναπνέει, στάζει όλη τη γοητεία του κόσμου.

Κι ενώ το γεράκι ως αγαλματίδιο δεν πιάνει μια μέσα στο φιλμικό σύμπαν, παρά κωδικοποιεί μεταξύ άλλων μια παραβολή για την ανθρώπινη απληστία, το «Γεράκι», ως ένα από τα πρώτα και πιο λαμπρά τέκνα της Warner Bro, αποτελεί περίτρανο παράδειγμα της παντοδυναμίας του Κεφαλαίου στη Χολυγουντιανή μηχανή. Είναι η εποχή που πλέον η κατασκευή ειδώλων είναι ένα παιχνιδάκι για τα μίνι think tanks των στούντιο. Για την περίπτωση του Humphrey δεν ίδρωσαν ιδιαίτερα από τη δουλειά. Ήταν ήδη έτοιμη. Αλλά τι άλλο θα μπορούσε να περίμενε κανείς από έναν άνδρα του οποίου οι τελευταίες λέξεις πριν σβήσει ήταν «Δεν έπρεπε να το γυρίσω ποτέ από τα ουΐσκια στα μαρτίνι»;  


Κολασμένες Ψυχές (Angels With Dirty Faces)





Σκηνοθεσία: Μάικλ Κέρτιζ
Πρωταγωνιστούν: Τζέιμς Κάγκνεϊ , Πατ Ο´ Μπριάν
Έτος: 1938
Διάρκεια: 93'
Κατηγορία: Γκανγκστερική


Μια γκανγκστερική ταινία διαχρονικής αξίας!

Οι εκτός σκηνής φίλοι, Τζέιμς Κάγκνεϊ και Πατ Ο’Μπράιαν, συναντιούνται για έκτη φορά σε μια γκανγκστερική ταινία διαχρονικής αξίας. Ο Ρόκυ Σάλιβαν (Κάγκνεϊ) και ο Τζέρι Κόνελι (Ο’Μπράϊαν) είναι «δύο σκληρά αγόρια» που μεγαλώνουν στην σκληρή γειτονιά Χέλς Κίτσεν της Νέας Υόρκης. Η καθημερινή τους ζωή κυλάει στη παρανομία μέχρι τη στιγμή που ο Ρόκυ θα συλληφθεί και θα εισαχθεί στο αναμορφωτήριο ενώ ο Τζέρι θα ξεφύγει και θα ακολουθήσει το δρόμο της ιεροσύνης. Οι δρόμοι τους θα διασταυρωθούν ξανά, όταν ο Τζέρι, θα προσπαθήσει να βάλει φραγμό στην «σατανική» επιρροή που ασκεί ο Ρόκυ στους νεαρούς επίδοξους γκάνγκστερ των φτωχογειτονιών. Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ με την Αν Σέρινταν και τα «Παιδιά του Αδιεξόδου, προσδίδουν επιπλέον χρώμα στη ταινία αυτή του σκηνοθέτη Μαϊκλ Κέρτιζ (Καζαμπλάνκα) που απέσπασε 3 υποψηφιότητες για Oscar ® ενώ χάρισε το βραβείο της Ένωσης Κριτικών της Νέας Υόρκης στον Κάγκνεϊ, Απολαύστε την μέχρι τέλους και θα καταλάβετε γιατί. 
Καζαμπλάνκα
Θρυλική ασπρόμαυρη ταινία, παραγωγής 1942. Είναι ένα ρομαντικό φιλμ με φόντο τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που σκηνοθέτησε ο Μάικλ Κέρτιζ, με πρωταγωνιστές τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και την Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Θεωρείται από τις κορυφαίες στιγμές της έβδομης τέχνης, σύμφωνα με τους ειδικούς.

Η ταινία βασίζεται στο θεατρικό έργο των Μάρεϊ Μπάρνετ και Τζόαν Άλισον «Everybody Comes to Rick's», τα δικαιώματα του οποίου εξασφάλισε αντί 20.000 δολαρίων ο μεγαλοπαραγωγός του Χόλιγουντ, Χαλ Γουόλις, ποσό μεγάλο για άπαιχτο θεατρικό έργο εκείνη την εποχή. Οι σεναριογράφοι της ταινίας αδελφοί Επστάιν και Χάουαρντ Κοτς μετέφεραν τη δράση του έργου από τη Βιέννη στην κοσμοπολίτικη Καζαμπλάνκα, που έδωσε και το όνομά της στην ταινία.

Στις αρχές της δεκαετίας του '40, η Καζαμπλάνκα (παραθαλάσσια πόλη του Μαρόκου) βρισκόταν υπό τον έλεγχο του γαλλικού καθεστώτος του Βισύ, το οποίο με τη σειρά του ήταν υπό την επιρροή του Άξονα. Ο Ρικ (Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ), ιδιοκτήτης ενός δημοφιλούς νυκτερινού κέντρου, ξανασυναντά μια παλιά του αγάπη. Όμως, η Ίλσα (Ίνγκριντ Μπέργκμαν), όπως είναι το όνομά της, συνοδεύεται από τον άντρα της, ο οποίος είναι ο ηγέτης της τσέχικης αντίστασης και καταζητείται από τους Ναζί. Το ζευγάρι θέλει πάσει θυσία να φύγει από τη χώρα και ο Ρικ είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να τους βοηθήσει. Αυτή με λίγα λόγια είναι η υπόθεση της ταινίας. Η συνέχεια επί της οθόνης, μικρής ή μεγάλης…

Ο Γουόλις ήθελε για σκηνοθέτη τον Γουίλιαμ Γουάιλερ, που, όμως, δεν ήταν διαθέσιμος και κατέληξε στον φίλο του Μάικλ Κέρτιζ, έναν ουγγροεβραίο μετανάστη και ικανό κινηματογραφιστή. Πρώτη επιλογή για το δίδυμο των πρωταγωνιστών ήταν ο Ρόναλντ Ρίγκαν (ο μετέπειτα πρόεδρος των ΗΠΑ) και η Αν Σέρινταν. Τελικά, τους ρόλους ανέλαβαν ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ κι η Ίνγκριντ Μπέργκμαν, σοφή επιλογή, όπως αποδείχθηκε.




Τα γυρίσματα της «Καζαμπλάνκα» ξεκίνησαν στις 25 Μαΐου 1942 και ολοκληρώθηκαν στις 3 Αυγούστου του ίδιου χρόνου. Έγιναν σε στούντιο, εκτός των σκηνών στο αεροδρόμιο που γυρίστηκαν σε φυσικό χώρο. Η ταινία κόστισε 1.039.000 δολάρια και ήταν μια μέση παραγωγή για τα μέτρα της εποχής. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων προέκυψε πρόβλημα με το ύψος των πρωταγωνιστών. Η σουηδέζα ηθοποιός προεξείχε του Μπόγκαρτ κατά πέντε πόντους στις μεταξύ τους σκηνές. Για να φαίνεται ψηλότερος, ο «Μπόγκι» πατούσε πάνω σε τούβλα ή μαξιλάρια κι έτσι η τάξη επί της οθόνης αποκαταστάθηκε.

Τη μουσική της ταινίας έγραψε ο διακεκριμένος συνθέτης Μαξ Στάινερ, με κορυφαία στιγμή τη «Μάχη των τραγουδιών», όπου Σύμμαχοι και Γερμανοί αντιπαρατίθενται συμβολικά στο κλαμπ του Ρικ, τραγουδώντας οι μεν τη «Μασσαλιώτιδα», οι δε το τραγούδι «Die wacht am Rhein» («Η Φρουρά στο Ρήνο»). Ξεχωριστή στιγμή αποτελεί το τραγούδι του Χέρμαν Χάπφελντ «As Time Goes By», που στην ενορχήστρωση του Στάινερ υπογραμμίζει τις δραματικές κορυφώσεις της ταινίας.

Η πρεμιέρα της «Καζαμπλάνκα» δόθηκε με πάσα επισημότητα στις 26 Νοεμβρίου 1942 στο «Χόλιγουντ Θίατερ» της Νέας Υόρκης, προκειμένου να συμπέσει με την απόβαση των Συμμάχων στη γαλλοκρατούμενη Βόρειο Αφρική και την κατάληψη της Καζαμπλάνκα. Σε γενική προβολή βγήκε στις 23 Ιανουαρίου 1943 για να εκμεταλλευτεί τη Διάσκεψη της Καζαμπλάνκα μεταξύ Τσόρτσιλ και Ρούσβελτ. Στην Ελλάδα έκανε πρεμιέρα μεσούσης της Κατοχής στις 11 Οκτωβρίου 1943.




Η υποδοχή της ταινίας από το κοινό υπήρξε θερμή. Με εισπράξεις 3,7 εκατομμυρίων δολαρίων κατέλαβε την 7η θέση στο πίνακα με τις εμπορικότερες ταινίες του 1943. Το ίδιο θερμή ήταν και η αμερικάνικη κριτική, με εξαίρεση το χλιαρό σχόλιο του περιοδικού «The New Yorker», που τη χαρακτήρισε «απλώς ανεκτή». Το 1944 η «Καζαμπλάνκα» ήταν υποψήφια για οκτώ βραβεία Όσκαρ και τελικά κέρδισε τρία (διασκευασμένου σεναρίου, σκηνοθεσίας και καλύτερης ταινίας).

Με τη διαδρομή του χρόνου, η «Καζαμπλάνκα» απέκτησε διάρκεια και αντοχή, για να τη χαρακτηρίζουμε σήμερα κλασσική ταινία. Όποτε επαναπροβλήθηκε στους κινηματογράφους αντιμετωπίστηκε θετικά από κοινό και κριτικούς, ενώ οι προβολές της στην αμερικάνικη τηλεόραση συγκεντρώνουν πάντα υψηλά ποσοστά τηλεθέασης. Μπορεί ο «Πολίτης Κέιν» του Όρσον Ουέλς, που κυκλοφόρησε σχεδόν την ίδια περίοδο, να θεωρείται η καλύτερη ταινία όλων των εποχών, αλλά η «Καζαμπλάνκα» είναι σίγουρα η πιο αγαπητή.

Ίσως γιατί ο ικανός τεχνίτης Μάικλ Κέρτιζ ανέμιξε στις σωστές δόσεις το δράμα, το μελόδραμα, την κωμωδία και την ίντριγκα, ενώ είχε στη διάθεσή του κι ένα χαρισματικό ζευγάρι πρωταγωνιστών, που μεγαλούργησε στην οθόνη. Μεγαλύτερος πολέμιος της ταινίας στάθηκε ο γνωστός μας σημειολόγος Ουμπέρτο Έκο. «Η Καζαμπλάνα είναι ένα πολύ μέτριο φιλμ… Μου θυμίζει κόμικ - στριπ, με χαρακτήρες καρικατούρες, χωρίς ψυχολογικό βάθος» έγραψε σ' ένα του κείμενο.

Η ταινία περιέχει και μερικές από τις πλέον αξιοσημείωτες ατάκες στην ιστορία του κινηματογράφου.

Gilda (Γκίλντα)
Gilda (Γκίλντα)



Για την πασίγνωστη ταινία Gilda (στα ελληνικά αποδόθηκε... Τζίλντα αντί για Γκίλντα, όπως είναι το σωστό) φαντάζομαι ότι δεν χρειάζεστε τα δικά μου σχόλια. Να πω την αμαρτία μου, εγώ την είδα ολόκληρη για πρώτη φορά πριν λίγες μέρες. Και, κανονικά, θα λέγαμε ότι η ταινία δεν είναι και η καλύτερη που θα μπορούσε να γίνει. Η υπόθεση είναι αρκετά μπερδεμένη και το θέμα του Πολέμου αγγίζεται... επιφανειακά, ειδικά η όλη φάση με το αφεντικό του καζίνου δεν μας κίνησε καθόλου το ενδιαφέρον. Έχει πολλά κουραστικά σημεία, μια voice-over αφήγηση που θα μπορούσε να λείπει και γενικά θα μπορούσε να είναι μια ακόμα αδιάφορη ταινία, αν δεν είχε αυτή την πρωταγωνίστρια. Για τη Rita Hayworth και μόνο μπορώ να πω ότι όχι μόνο έκατσα να δω την ταινία, αλλά την απόλαυσα και στο τέλος. Ο αισθησιασμός που αναδύει αυτή η γυναίκα είναι απίστευτος. Και, φυσικά, για τη σκηνή με το γάντι, τι άλλο να προσθέσω εγώ ο ταπεινός! Ο ορισμός της κλασικής ταινίας.

ΚΥΡΙΑ ΤΗΣ ΣΑΓΚΑΗΣ (lady from shanghai )
Διανομή: COLUMBIA
- Έτος Παραγωγής: 2006
- Διάρκεια: 84'



Φιλμ-νουάρ, βασισμένο στο μυθιστόρημα `If I die before I wake` του Σέργουντ Κινγκ. Ο ναυτικός Μάικλ Ο΄ Χάρα προσλαμβάνεται στο πολυτελές γιοτ του ?ρθουρ Μπάνιστερ που κατευθύνεται στο Σαν Φρανσίσκο. Στο δρόμο, επιβιβάζονται στο σκάφος και ο συνεταίρος του Μπάνιστερ, Γκρίσμπι, με τη γυναίκα του Ρόζαλι, που δείχνει να προτιμάει τον Μάικλ Ο` Χάρα από τον άντρα της. Όταν ο Γκρίσμπι θα βρεθεί νεκρός, ο Μάικλ θα καταλήξει κατηγορούμενος σε μια πολύ περίεργη υπόθεση δολοφονίας...
Ο `πολυσυλλεκτικός` Όρσον Γουέλς υπογράφει τα σενάριο, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί σε μία κλασική ταινία νουάρ. Η εκρηκτική Ρίτα Χέιγουορθ, κατά απαίτηση του περφεξιονίστα Γουέλς, κόβει τα μακριά κόκκινα μαλλιά της και εμφανίζεται με νέο λουκ, που έκανε αίσθηση. Γεμάτη από εντυπωσιακά γυρισμένες σκηνές, η ταινία έμεινε στην ιστορία του κινηματογράφου για την εκπληκτική κορύφωση του τέλους στην περίφημη `αίθουσα με τους καθρέφτες`.  



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...